Προβληματίζουν την ΕΚΤ τα δημόσια κορονο-χρέη

28

Από την έντυπη έκδοση

Της Έφης Τριήρη
[email protected]

Τα τεράστια χρέη που θα συσσωρευθούν στην Ευρωζώνη μετά τον τερματισμό της πανδημίας, αρχίζουν να ανησυχούν ιδιαίτερα την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), η οποία θα κληθεί να επιτελέσει μία εξαιρετικά δύσκολη εξισορροπιστική πράξη ανάμεσα στις υπερχρεωμένες χώρες και στους πιστωτές. 

Με κίνητρο το μαζικό πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ και τα υπερβολικά χαμηλά επιτόκια, οι εθνικές κυβερνήσεις έσπευσαν σε νέες ομολογιακές εκδόσεις επωμιζόμενες σωρεία νέου χρέους, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να χρηματοδοτήσουν τα μέτρα στήριξης για την αντιμετώπιση της κρίσης από την πανδημία του κορονοϊού, με αποτέλεσμα το συνολικό δημόσιο χρέος της περιοχής να εκτοξευθεί στο 102% του ΑΕΠ.

Με την ανάκαμψη όμως της Ευρωζώνης να υπολείπεται των ΗΠΑ ή των χωρών της Ασίας, οι χώρες της περιοχής δεν θα καταφέρουν να παρουσιάσουν ρυθμούς ανάπτυξης ικανούς να τις βγάλουν από το τεράστιο αυτό χρέος, με κίνδυνο μάλιστα η ανάπτυξη να υπονομευθεί από πιθανές αυξήσεις τιμών σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ήδη, ο διοικητής της Μπούντεσμπανκ, Γενς Βάιντμαν, έχει καταστήσει σαφές ότι αναμένει ομαλοποίηση της νομισματικής πολιτικής όταν επιστρέψει ο πληθωρισμός.

Αυτό σημαίνει ότι η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ και οι συνάδελφοί της έχουν να επιτελέσουν ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο αναζητώντας μια ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη διατήρησης των πιστώσεων σε επαρκή χαλαρά πλαίσια για τους ασθενέστερους δανειολήπτες, όπως Ιταλία, χωρίς ωστόσο από την άλλη πλευρά να χάσουν τη στήριξη των πιστωτριών χωρών.

«Πιστεύω ότι η ΕΚΤ είναι παγιδευμένη» αναφέρει ο Φρίντριχ Χέινμαν, καθηγητής στο γερμανικό ινστιτούτο ZEW. Ο ίδιος επικαλείται την περίπτωση της Ιταλίας, της οποίας το χρέος ως προς το ΑΕΠ βρίσκεται στο 154%, επισημαίνοντας ότι οι υπερχρεωμένες χώρες δεν θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν από μόνες τους στην αντιμετώπιση αυτού του τεράστιου βάρους. Υπενθυμίζεται δε και η έκθεση του Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Ινστιτούτου (ΙΙF) της Τετάρτης, που ανέφερε ότι η Ελλάδα αποτέλεσε το 2020 μία από τις πιο υπερχρεωμένες χώρες, καθώς το ποσοστό του χρέους της επί του ΑΕΠ έκανε άλμα 50% διαμορφούμενο στο 216%, στα 365 δισ. ευρώ.

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ Φίλιπ Λέιν απέρριψε την ιδέα να γίνει πιο αυστηρή η νομισματική πολιτική της κεντρικής τράπεζας, λέγοντας σε συνέντευξή του στο Reuters πριν από έναν περίπου μήνα ότι η ΕΚΤ θα εξέλθει από τα προγράμματα αγοράς ομολόγων της μόνο όταν το επιτρέψει ο πληθωρισμός. Και αυτό, είχε πει, είναι αδύνατον να συμβεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ακόμη είναι υπερβολικά νωρίς για να γνωρίζουμε εάν το αυξανόμενο χρέος της Ευρωζώνης θα αποτελέσει βασικό θέμα συζήτησης στις ομοσπονδιακές εκλογές του φετινού Σεπτεμβρίου.

Πέρα όμως από τον Βάιντμαν και τα υπόλοιπα «γεράκια» της ΕΚΤ, είναι γεγονός ότι τα χαμηλά επιτόκια δεν αρέσουν σε όσους έχουν κάνει αποταμίευση, καθώς έχουν δει τις αποδόσεις τους από τις επενδύσεις σταθερού εισοδήματος να εξαφανίζονται. Από την άλλη πλευρά, οι αυξημένες τιμές ενεργητικού θα καταστήσουν πολύ πιο δύσκολο για την ΕΚΤ να καταστήσει πιο αυστηρή τη νομισματική πολιτική της εάν αυτό κριθεί αναγκαίο, καθώς θα προκαλούσε έντονη αναστάτωση στις αγορές.

Όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάγκη να βοηθηθούν οι κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν το χρέος τους, σημαίνουν ότι η ΕΚΤ δεν έχει και πολλές άλλες επιλογές από το να διατηρήσει άκρως χαλαρή τη νομισματική πολιτική της στο άμεσο μέλλον. «Αυτό που περιορίζει την ικανότητα της ΕΚΤ να παρέμβει σε περίπτωση πληθωριστικών πιέσεων είναι κυρίως η εξάρτηση των χρηματοοικονομικών αγορών από τις χαμηλές αποδόσεις» λέει χαρακτηριστικά ο Λουίς Γκαρικάνο, Ισπανός ευρωβουλευτής και καθηγητής Οικονομικών στο πανεπιστήμιο IE Business School.

Παρ’ όλα αυτά, η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ δήλωσε σε συνέντευξή της στο CNN ότι δεν ανησυχεί για τα χρέη που συσσωρεύουν οι χώρες της Ευρωζώνης στην προσπάθειά τους να στηρίξουν τις οικονομίες τους μπροστά στην κρίση του κορονοϊού. Αντιθέτως, αυτό που την ανησυχεί είναι μήπως οι κυβερνήσεις αποσύρουν απότομα αυτά τα μέτρα στήριξης, όπως οι αναστολές εργασίας και τα επιδόματα, προτού να είναι η κατάλληλη στιγμή. Υπογράμμισε ότι τα εν λόγω προγράμματα πρέπει να αρθούν σταδιακά και με προσοχή.

Πηγή: Naftemporiki.Gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ